Παρατηρητήριο Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη ...

... Ανάπτυξη που μόνο ο ενημερωμένος, ενεργός Πολίτης μπορεί να διεκδικήσει και να πετύχει !







Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Περιβαλλοντική Ευθύνη - Επανέρχεται στο προσκήνιο η ασφάλιση των βιομηχανικών μονάδων



ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ !!!  Χαιρετίζουμε την είδηση ...

Επανέρχεται στο προσκήνιο η ασφάλιση των βιομηχανικών μονάδων σε εφαρμογή της Οδηγίας για την Περιβαλλοντική Ευθύνη (υπαγωγή επαγγελματικών δραστηριοτήτων σε καθεστώς υποχρεωτικής χρηματοοικονομικής ασφάλειας) σύμφωνα με το άρθρο 14 του Π.Δ. 148/2009.




Μαθαίνουμε ότι η κυβέρνηση αναθερμαίνει την όλη συζήτηση που «πάγωσε» το 2012.



Με την έκδοση των σχετικών, προβλεπόμενων κοινών υπουργικών αποφάσεων σχετικά με την υπάγωγή σε καθεστώς χρηματοοικονομικής ασφάλειας, θα τεθεί σε πλήρη εφαρμογή το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα, με το οποίο ενσωνατώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο η Οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη, η οποία αποτελεί μια σημαντική οριζόντια πολιτική με στόχο την επίτευξη υψηλότερου επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος.

Με το νέο συνολικό πλαίσιο που διαμορφώνει εγγυάται, με νέους όρους, την προστασία του περιβάλλοντος, μέσω της πρόληψης και της αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημιάς, όπου το κόστος δεν θα επιβαρύνει τους φορολογούμενους αλλά τον "ρυπαίνοντα".

Οι φορείς εκμετάλλευσης δραστηριοτήτων, που υπάγονται στην οδηγία, υποχρεούνται στη λήψη μέτρων πρόληψης και αποκατάσταση ενδεχόμενων περιβαλλοντικών ζημιών των θιγόμενων φυσικών πόρων ή και υπηρεσιών που υπέστησαν υποβάθμιση ή στην αντικατάσταση αυτών με άλλα φυσικά στοιχεία, απολύτως όμοια, αντίστοιχου επιπέδου ή ισοδύναμα, είτε στον τόπο του συμβάντος είτε, εν ανάγκη, σε άλλη τοποθεσία, λαμβάνοντας υπόψη το χαρακτήρα της ζημίας.


Η χώρα μας, έχοντας πλήρη αντίληψη ότι η μετακύλιση της οικονομικής ευθύνης στις επιχειρήσεις είναι το μόνο ικανό εργαλείο για την υποστήριξη της αποτελεσματικής εφαρμογής της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ακόμη και σε περιπτώσεις των μη συμμορφούμενων φορέων εκμετάλλευσης στις βασικές περιβαλλοντικές τους υποχρεώσεις, έχει καταστήσει, με το σχετικό Π.Δ. 149/2009,  υποχρεωτική την υπαγωγή των δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας σε ικανό σύστημα χρηματοοικονομικής ασφάλειας.
Την υποχρέωση αυτή την ενίσχυσε ακόμη περισσότερο με νομοθετική ρύθμιση (ν. 4014/2011 για την περιβαλλοντική αδειοδότηση) κι εντός του πρώτου εξαμήνου του 2012 θα ρυθμιστούν, με την έκδοση των προβλεπόμενων ΚΥΑ τα ζητήματα υπαγωγής των επιχειρήσεων σε σύστημα υποχρεωτικής χρηματοοικονομικής ασφάλειας έναντι της περιβαλλοντικής ζημιάς, προκειμένου να εφαρμοστεί πλήρως η Οδηγία στις ανάγκες της χώρας μας, ώστε σε κάθε περίπτωση να υλοποιούνται τα μέτρα πρόληψης και αποκατάστασης της ζημιάς από τις ίδιες τις επιχειρήσεις μέσω συστήματος εγγυήσεων ή μέσω ασφάλιστρων.



ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Παρά το γεγονός ότι σκοπό της οδηγίας είναι εφαρμογή της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει», και κατά συνέπεια οικονομικά υπεύθυνος είναι ο φορέας εκμετάλλευσης η δραστηριότητα του οποίου προκάλεσε την περιβαλλοντική ζημιά ή τον άμεσο κίνδυνο ανάλογης ζημίας, ο σκοπός αυτός δεν επιτυγχάνεται σε κάθε περίπτωση εφόσον δεν διασφαλίζονται οι κατάλληλες χρηματοοικονομικές εγγυήσεις.

Κατά το σκεπτικό της Οδηγίας 2004/35/ΕΚ, σκοπός των μέσων χρηματοοικονομικής ασφάλειας δεν είναι να χρησιμοποιούνται ως το μοναδικό μέτρο για την προστασία του περιβάλλοντος από τους ρυπαντές, αλλά αντιθέτως έχουν χαρακτήρα διασφάλισης σε ύστατες περιπτώσεις, τόσο της διαθεσιμότητας οικονομικών πόρων για την πρόληψη και αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημίας, όσο και της οικονομικής βιωσιμότητας του φορέα εκμετάλλευσης και της αποφυγής πιθανών δυσλειτουργιών της βιωσιμότητας της επιχείρησης, σε περίπτωση καταλογισμού ευθύνης από την αρμόδια αρχή.

Σε κάθε περίπτωση βεβαίως και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της προφύλαξης, οι φορείς εκμετάλλευσης πρέπει να εστιάζουν τόσο στην υιοθέτηση μέτρων και διαδικασιών ελέγχου της δραστηριότητάς τους, όσο και στην εφαρμογή αντιρρυπαντικών τεχνολογιών, ώστε να προλαμβάνεται κατά το δυνατόν η περιβαλλοντική βλάβη.

Συνεπώς είναι προφανές ότι η προσφυγή σε μέσα χρηματοοικονομικής ασφάλειας για την εν γένει προστασία των φορέων εκμετάλλευσης σε περίπτωση περιβαλλοντικής ζημίας, δεν πρέπει να αποτελεί το πρώτιστο μέλημα αλλά να διενεργείται στο πλαίσιο της διασποράς του λειτουργικού τους κινδύνου.

Η ασφαλιστική κάλυψη της ευθύνης για περιβαλλοντική ζημιά είναι υποχρεωτική μόνο στην περίπτωση του τομέα της μεταφοράς πετρελαιοειδών με πλοίο (σύμφωνα με Διεθνείς Συμβάσεις).

Η ανησυχία και η ανασφάλεια για το περιβάλλον και το μέλλον του πλανήτη έχουν δημιουργήσει και μια νέα αγορά για τις ασφαλιστικές εταιρείες, καθώς παρατηρείται μια συνεχώς αυξανόμενη ευθύνη της κοινωνίας στα ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος και στο πλαίσιο αυτό οι επιχειρήσεις καλούνται να επιδεικνύουν όχι μόνο κοινωνική, αλλά και περιβαλλοντική ευαισθησία και ευθύνη.

Πρόκειται για την ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης των επιχειρήσεων σε σχέση με το περιβάλλον, δηλαδή για ζημιές τις οποίες οι ίδιες οι επιχειρήσεις υπάρχει πιθανότητα να προκαλέσουν στο περιβάλλον, ανάγκη που ενισχύεται καθώς η αρχή της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης κερδίζει συνεχώς έδαφος στις χώρες της Ευρώπης και ωθεί όλο και περισσότερο τις επιχειρήσεις να ασχολούνται όχι μόνο με την κοινωνική, αλλά και την περιβαλλοντική τους αξιοπιστία, όπως αποδεικνύεται από την ένταξη όλο και περισσότερων βιομηχανιών στο σύστημα οικολογικής διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το EMAS.

Η προσαρμογή των επιχειρήσεων στο νέο τοπίο γίνεται μέσα από νέες διαδικασίες και οπτική που στη λήψη των πλέον αποδοτικών μέτρων και τη χρήση των «καλύτερων διαθέσιμων τεχνολογιών», στη βάση διαλόγου, κοινωνικής συναίνεσης και αποδοχής, με σκοπό την πρόληψη και την προστασία του περιβάλλοντος.

Σε αυτό συντελεί ιδιαίτερα η εφαρμογή των πανευρωπαϊκών προτύπων, η επιβολή αυστηρών κυρώσεων στις επιχειρήσεις, που δεν συμμορφώνονται στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ολοκληρωμένη πρόληψη και καταπολέμηση της ρύπανσης, εμπορία δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, περιβαλλοντική ευθύνη για την πρόληψη και αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ζημιάς, κ.λ.π.), καθώς και η ενθάρρυνση της χρήσης των «καλύτερων διαθέσιμων τεχνολογιών».

Με τον τρόπο αυτό οι επιχειρήσεις εξασφαλίζουν όχι μόνο κοινωνικό, αλλά και περιβαλλοντικό «προφίλ», αναπτύσσοντας πρακτικές στη βάση της εταιρικής κοινωνικής και περιβαλλοντικής ευθύνης, αποκτώντας κοινωνική και περιβαλλοντική αξιοπιστία.

Γίνεται απολύτως αντιληπτό ότι έχουμε μπροστά μας σημαντικές προκλήσεις και διλήμματα που απαιτούν άμεσες, συγκεκριμένες και ρεαλιστικές λύσεις, νέα μεθοδολογικά εργαλεία, τεχνολογικές καινοτομίες, αλλά κυρίως διαφάνεια, συμμετοχή στις αποφάσεις για σχέδια και προγράμματα για το περιβάλλον και ελεύθερη πρόσβαση στην περιβαλλοντική πληροφόρηση. 

Συνεπώς, με δεδομένο ότι θεωρούμε ότι η υποχρεωτική ασφάλιση μπορεί να προσφέρει πολλά στο επίπεδο της περιβαλλοντικής προστασίας αλλά και της αποκατάστασης των περιβαλλοντικών ζημιών, κρίνεται σκόπιμη η όσο το δυνατόν αναλυτικότερη επεξεργασία των προδιαγραφών των σχετικών υπό εκπόνηση ΚΥΑ, γεγονός που αναμένεται να αλλάξει ριζικά και την σημερινή στάση των ασφαλιστικών εταιριών απέναντι στο θέμα της υποχρεωτικής ασφάλισης.

Στο Ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο, ειδικά όσον αφορά στο περιβαλλοντικό δίκαιο, η έννοια της υποχρεωτικής ασφάλισης κάθε άλλο παρά άγνωστη είναι, καθώς τέτοια υποχρέωση έχει ήδη θεσπιστεί σύμφωνα με το άρθρο 7 της ΚΥΑ 13588/725/2006 (ΦΕΚ 383Β, 28.3.2006) για την διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων. Με δεδομένο δε, ότι η ως άνω ΚΥΑ θέτει ως αντικείμενο ασφάλισης «την επαναφορά του περιβάλλοντος στην προτέρα κατάσταση», γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το καθεστώς που έχει θεσπιστεί είναι ιδιαίτερα ευρύ αλλά και ιδιαίτερα αυστηρό.

Οι δε ασφαλιστικές εταιρίες, οι οποίες έχουν ήδη δραστηριοποιηθεί στην Ελλάδα, παρέχοντας την ανωτέρω κάλυψη, έχουν ουσιαστικά διαμορφώσει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο κάλυψης περιβαλλοντικών ζημιών. Δυστυχώς, με δεδομένο ότι στο κομμάτι της ουσιαστικής εφαρμογής της νομοθεσίας υπήρξε διστακτικότητα, οι εταιρίες που μέχρι σήμερα έχουν ασφαλιστεί είναι ελάχιστες, παρά το γεγονός ότι η ανωτέρω νομοθεσία ισχύει από το 2006.

Το γεγονός αυτό μάλιστα δημιουργεί ερωτηματικά περί της νόμιμης λειτουργίας μεγάλου αριθμού βιομηχανικών μονάδων που παράγουν επικίνδυνα απόβλητα και διαχειρίζονται οι ίδιες το σύνολο ή μέρος αυτών, δεδομένου ότι η σχετική ασφάλιση (ή η προσκόμιση ισόποσης κατ’ ελάχιστο εγγυητικής επιστολής υπέρ του δημοσίου) είναι προαπαιτούμενη για την έκδοση της σχετικής Άδειας διαχείρισης επικίνδυνων αποβλήτων.

Ωστόσο, το ζήτημα της ασφάλισης της περιβαλλοντικής ευθύνης εξακολουθεί να αποτελεί τεχνικά πολύπλοκο και πολυδιάστατο ζήτημα για την ελληνική ασφαλιστική αγορά. Και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κυρίως εκείνων των ασφαλιστικών εταιρειών οι οποίες έχουν αφενός την τεχνική δυνατότητα να παρακολουθήσουν το ζήτημα και αφετέρου το μέγεθος να καλύψουν τον κίνδυνο.

Ειδικά όσον αφορά στην ασφάλιση περιβαλλοντικής ευθύνης, αυτή θα πρέπει να προχωρά πέρα από την κάλυψη υλικών ζημιών και σωματικών βλαβών, συνεπεία περιβαλλοντικής ζημιάς, και να αναφέρεται στον καθαρισμό και την επαναφορά του ζημιωθέντος περιβάλλοντος στην προηγούμενη μορφή του. Οι καλύψεις αυτές δεν αφορούν βέβαια μόνο τους φορείς εκμετάλλευσης αλλά και κάθε εταιρία που αναλαμβάνει έργα υποδομής και μεγάλων κατασκευών και εκτίθεται στους ίδιους κινδύνους, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των εργασιών της αλλά και μετά την αποπεράτωση αυτών.

Η ασφάλιση λειτουργεί, όπως είναι φυσικό, και προληπτικά, καθώς είναι παραπάνω από προφανές ότι ο ασφαλιστής έχει το ισχυρότερο κίνητρο να μην επέλθει ο κίνδυνος και άρα θα συστήσει τα πλέον ενδεδειγμένα μέτρα προφύλαξης και πρόληψης, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι σε κάποιες περιπτώσεις ο ασφαλιστής μπορεί να προσφέρει και κάλυψη εξόδων αποφυγής-περιορισμού της ρύπανσης.

Στην ελληνική αγορά, συμβόλαιο με τις εν λόγω εξειδικευμένες καλύψεις, μέχρι στιγμής, διατίθεται από μία μόνο εταιρία, ενώ οι φορείς εκμετάλλευσης που ενδιαφέρονται για την αγορά τέτοιων ασφαλιστηρίων απευθύνονται συχνότερα σε ξένες αγορές. Όλες όμως οι μεγάλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται στην αγορά μας, έχουν ήδη ξεκινήσει μελέτες για το σχεδιασμό τέτοιων προϊόντων.

Προς το παρόν η ελληνική νομοθεσία δεν καλύπτει πλήρως όλα τα ζητήματα ευθύνης ή τα καλύπτει περιορισμένα, όπως η ασφαλιστική κάλυψη κατά των κινδύνων που απορρέουν από την άσκηση μιας επικίνδυνης δραστηριότητας ή της παροχής άλλων οικονομικών εγγυήσεων, καθώς λείπουν παντελώς οι χρηματοδοτικοί οργανισμοί, συμπληρωματικών εγγυητικών ταμείων, όρια ή έκταση της κάλυψης σε σχέση με συγκεκριμένες δραστηριότητες, κλπ. υπό την εποπτεία του κράτους που τροφοδοτούμενοι από τακτικές εισφορές των εν δυνάμει ρυπαινόντων και εν γένει αυτών που μπορεί να υποβαθμίσουν το περιβάλλον με τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες, είναι σε θέση να παρεμβαίνουν με ουσιαστικό τρόπο στην αποκατάσταση των ζημιών, κυρίως κατά τις περιπτώσεις που δεν μπορεί να εντοπισθεί ο δράστης ή σε περιπτώσεις που αυτός είναι αφερέγγυος. Τα ζητήματα αυτά μένει να αντιμετωπισθούν άμεσα.

Παράλληλα, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι σήμερα η «πράσινη» δραστηριότητα,  αποτελεί τομέα αιχμής για τις οικονομίες και ο ρόλος των ασφαλιστικών εταιριών είναι αρκετά σημαντικός καθώς καλούνται να δώσουν λύσεις, να καλύψουν κινδύνους, και να στηρίξουν τις επιχειρηματικές προσπάθειες που σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να βρεθούν αντιμέτωπες με βλάβες που ενδεχομένως άθελά τους θα προκαλέσουν στο περιβάλλον. Η πολυδιάστατη αυτή πρόκληση έχει αποδέκτες τους θεσμούς/διοίκηση, τις επιχειρήσεις, την κοινωνία και τέλος τους χρηματοασφαλιστικούς οργανισμούς.

Οι χρηματοασφαλιστικοί οργανισμοί αναλαμβάνουν μέρος του κινδύνου από τη λειτουργία των επιχειρήσεων (risk carriers) και για τη λειτουργία τους αυτή, υπάρχει πια «θεσμική» πρόβλεψη στη νομοθεσία.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ασφάλιση αποτελεί τη «φτηνότερη» συνήθως λύση, σε σχέση με τα τραπεζικά προϊόντα που αφορούν στη διασφάλιση του περιβαλλοντικού ρίσκου.

Βεβαία δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι προκλήσεις για την ελληνική ασφαλιστική αγορά είναι πολλαπλές, καθώς η χώρα μας αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση χώρας με πάνω από 400 διάσπαρτες προστατευόμενες περιοχές και επιπρόσθετα μια περιοχή η οποία λόγω της θέσης της, είναι ευαίσθητη στις κλιματολογικές αλλαγές.

Η νομοθεσία σήμερα διακρίνεται από περιπλοκότητα και σύγχυση. Είναι διάσπαρτη με ρυθμίσεις, νόμους, υπουργικές αποφάσεις, προεδρικά διατάγματα, που έχουν ως αποτέλεσμα περισσότερο να μπερδεύουν τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τις αρμόδιες υπηρεσίες, παρά να τους διευκολύνουν να υιοθετήσουν πρακτικές συνυφασμένες με την προστασία του περιβάλλοντος.

Η ανάπτυξη Συστημάτων Περιβαλλοντικής Διαχείρισης καθώς και Συστημάτων Ασφάλειας και Υγείας αποτελεί αναγκαιότητα για κάθε βιομηχανική ή άλλη δραστηριότητα.

Η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει τόσο από τις απαιτήσεις της αγοράς για την ανάπτυξη εκ μέρους των βιομηχανιών ενός βελτιωμένου περιβαλλοντικού προφίλ όσο και από τις πιέσεις που ανακύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για το περιβάλλον και την ασφάλεια και υγεία, όπως, η ανάπτυξη Συστημάτων Περιβαλλοντικής Διαχείρισης, που παρέχει στις επιχειρήσεις σημαντικά περιβαλλοντικά, οικονομικά και ανταγωνιστικά οφέλη.

Ο σωστός σχεδιασμός και εφαρμογή τους βοηθούν στην ορθολογική διαχείριση και εξοικονόμηση φυσικών πόρων και πρώτων υλών, μειώνοντας τα λειτουργικά κόστη των επιχειρήσεων. Παράλληλα συντελούν στην μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, στην μείωση του όγκου των παραγόμενων αποβλήτων, στον περιορισμό των περιβαλλοντικών κινδύνων και ατυχημάτων.

Αντίστοιχα οφέλη προκύπτουν και από την εφαρμογή Συστημάτων για την Ασφάλεια και Υγεία και κυρίως από την έγκαιρη και ολοκληρωμένη Περιβαλλοντική Ανάλυση Κινδύνου, που είναι η συλλογή και η αξιολόγηση στοιχείων που σχετίζονται με περιβαλλοντικές συνθήκες ή επιπτώσεις, και πραγματοποιείται πριν από τη συμφωνία υλοποίησης ενός έργου με σκοπό να προσδιορίσει και να ποσοτικοποιήσει κινδύνους νομικούς, χρηματοοικονομικούς και γοήτρου (reputational risks) που σχετίζονται με το περιβάλλον.



Η γενική πρόθεση της ανασκόπησης «Ανάλυση Κινδύνου» είναι η επιβεβαίωση ότι η σχεδιαζόμενη επένδυση δεν έχει οικονομικό, νομικό, περιβαλλοντικό παθητικό πέραν του όποιου παθητικού έχει ξεκάθαρα οριστεί στην επενδυτική πρόταση. Το περιβαλλοντικό στοιχείο της διαδικασίας «Ανάλυση Κινδύνου» αναφέρεται ως «Περιβαλλοντική Ανάλυση Κινδύνου» (ΠΑΚ).

Οι επιχειρήσεις έχουν ήδη αντιληφθεί τις προκλήσεις καθώς, εκτός των άλλων,  φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ενδέχεται να υποστούν τις αρνητικές συνέπειες της περιβαλλοντικής ζημιάς, καθώς και οι οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στην προστασία του περιβάλλοντος μπορούν να ζητήσουν από τις αρχές να αναλάβουν δράση σε περίπτωση βλαβών. Μάλιστα τα πρόσωπα ή και οι οργανισμοί που θα καταθέτουν αίτηση ανάληψης δράσης θα έχουν τη δυνατότητα προσφυγής σε δικαστήριο ή σε έναν “ad hoc” οργανισμό για να αξιολογηθεί η νομιμότητα των αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων της αρμόδιας αρχής.