Παρατηρητήριο Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη ...

... Ανάπτυξη που μόνο ο ενημερωμένος, ενεργός Πολίτης μπορεί να διεκδικήσει και να πετύχει !







Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ – ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ


ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟΣ – ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ

Ενόψη της εφαρμογής του Νόμου 3661/08 για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων


imagesCAUDS47G

     . . .

IEKEM - ΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΕΛΛΑΔΑΣ
 ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΜΑΙΟΣ – ΙΟΥΝΙΟΣ 2009

. . .
          0902greening
. . .

ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ & ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ

Μαργαρίτα Καραβασίλη

Αρχιτέκτων dplg-Χωροτάκτης-Πολεοδόμος
. . .

energy2

«Στα σπίτια που διαθέτουν νότιο προσανατολισμό, ο ήλιος διεισδύει στο εσωτερικό από το σκεπαστό  προαύλιο, αλλά το καλοκαίρι,
όπου η τροχιά του ήλιου είναι πάνω από τα κεφάλια μας και πάνω από τη στέγη,  το σπίτι διαθέτει αρκετή σκιά. 
Επιπλέον, τα νότια ανοίγματα είναι δυνατόν να τοποθετηθούν σε ένα ψηλότερο επίπεδο και τα βορινά σε ένα χαμηλότερο,
έτσι ώστε να υπάρχει προστασία από τους βορινούς ανέμους»

Ξενοφώντος Απομνημονεύματα
. . .

Το Σεμινάριο ήταν αφιερωμένο από την Μ.Κ. στην καθηγήτρια του ΑΠΘ, κυρία Νιόβη Ν. Χρυσομαλλιδου

. . .

Κτίρια για έναν Πράσινο Κόσμο

Βιβλιογραφική αναφορά

"Κτίρια για έναν Πράσινο Κόσμο: Οικολογική Δόμηση - Βιοκλιματική Αρχιτεκτονική": Μαργαρίτα Καραβασίλη

Έκδοση π-Systems & Ευώνυμος Οικολογική Βιβλιοθήκη, 1999
. . .

ΥΛΙΚΟ ΣΕΜΙΜΑΡΙΟΥ

. . .

ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ

. . .

ΟΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

. . .

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΕΝΕΡΓΕΙΑ - ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ - ΚΤΙΡΙΑ 


ΝΟΜΟΣ 3661/08 ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΚΤΙΡΙΩΝ

. . .

ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

. . .

ΠΑΘΗΤΙΚΑ ΗΛΙΑΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

. . .

ΦΥΤΕΜΕΝΕΣ ΣΤΕΓΕΣ

...

ΒΙΟΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΛΕΥΘΕΡΩΝ ΧΩΡΩΝ


Η παρούσα κατάσταση στην Ελλάδα
.
Το κτιριακό απόθεμα που δημιουργήθηκε στην Ελλάδα από τα μέσα του 20ου αιώνα και μετά, στις πόλεις αλλά και στην ύπαιθρο, αποτελεί τον κύριο έως συντριπτικό όγκο των κτιρίων της χώρας. Είναι κτίρια εξαιρετικά ενεργοβόρα και κατά την επίσημη ορολογία ‘άρρωστα κτήρια’ (ρυπογόνα για το περιβάλλον, ανθυγιεινά για τους ενοίκους τους, με εμφάνιση άνισων κατανομών εσωτερικής θερμοκρασίας και υγρασίας και υψηλή τοξικότητα του εσωτερικού τους αέρα).

Ο υπερμεγέθης αστικός ιστός του πολεοδομικού συγκροτήματος της πρωτεύουσας συγκεντρώνει τα μισά απ’ αυτά. Τα υπόλοιπα κατανέμονται στις μικρότερες πόλεις που ασφυκτιούν επίσης και σε μια κατακερματισμένη ύπαιθρο που ερημώνει προοδευτικά στα πλαίσια ενός ανύπαρκτου αναπτυξιακού και χωροταξικού και ενός άστοχου έως ανάπηρου πολεοδομικού σχεδιασμού.

Οι δυνατότητες βελτιωτικών παρεμβάσεων στον κτιριακό αυτό όγκο είναι περιορισμένης κλίμακας. Στον τομέα της θέρμανσης - λόγω συνήθως ακατάλληλου προσανατολισμού και ελλιπούς ηλιασμού - μπορούν να περιοριστούν συνήθως στην βελτίωση των μονώσεων. Στον τομέα του φυσικού δροσισμού προσφέρονται περισσότερες δυνατότητες βελτίωσης αρκεί να συνδυαστούν με μέτρα μετατροπής του μικροκλίματος των πόλεων (π.χ. φύτευση των υπαιθρίων χώρων και των κτιρίων). Στον τομέα της ‘εξυγίανσης’ των κατασκευών, οι δυνατότητες είναι ελάχιστες έως μηδενικές.

Το κτιριακό αυτό απόθεμα, μη βιώσιμο και βασικός συντελεστής της κλιματικής μεταβολής κληροδοτείται από γενιά σε γενιά δημιουργώντας προοδευτικά όλο και δυσμενέστερες προϋποθέσεις συντήρησής του (εξάντληση οικονομικών και ενεργειακών πόρων) αλλά και επιβίωσης (προϊούσα ρύπανση, τοξικότητα). Κάθε νέο, σύγχρονης συμβατικής δόμησης κτίριο μικρό ή μεγάλο, μονώροφο ή πολυώροφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, διογκώνει και αναπαράγει στο διηνεκές αυτό το αδιέξοδο.

Το θεσμικό και διοικητικό πλαίσιο για τον κτιριακό τομέα εξακολουθεί να προσανατολίζεται στην εξυπηρέτηση των όρων της αντιπαροχής, των οργανωμένων οικοδομικών συμφερόντων και των ‘μεγάλων έργων’ και μόνο. Η τεχνική παιδεία όλων των βαθμίδων, η αρχιτεκτονική παιδεία, οι μηχανικοί της χώρας, εξακολουθούν (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων) να δεσμεύονται από την μονοκρατορία της κατασκευής του οπλισμένου σκυροδέματος. Οριοθετούνται στα πλαίσια της υψηλής και ακριβής τεχνολογίας των οικοδομικών υλικών και προϊόντων των πετροχημικών (του πετρελαίου). Εγκλωβίζονται από την κατασκευαστική και οικονομική λογική της αντιπαροχής.

Η οικολογική δόμηση στην Ελλάδα έχει κάνει τα τελευταία 20 χρόνια μόνο μικρά και περιορισμένης εμβέλειας βήματα που και αυτά πρόκυψαν μόνο μέσα από ιδιωτικές πρωτοβουλίες κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Αυτά τα δεδομένα γεννούν σήμερα την ανάγκη της επικοινωνίας, της σύμπτυξης και της συνεργασίας των ανθρώπων που θεωρούν ότι η δυναμική - έμπρακτη προώθηση της οικολογικής δόμησης μπορεί να δημιουργήσει τον αναγκαίο και ικανό προηγούμενο μοχλό πίεσης και να εγκαινιάσει ένα νέο δρόμο ανάπτυξης και μια νέα, διαφορετική και αειφόρο προοπτική δόμησης στον ελληνικό χώρο.

Τα κτίρια ανήκουν στους πιο ρυπογόνους συντελεστές της πόλης. Οι δείκτες διοξειδίου του άνθρακα οφείλουν τα υψηλά ποσοστά στους στη γαλαντόμο συνεισφορά του αθηναϊκού κτιριακού αποθέματος, το οποίο ευθύνεται και για το 40% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης. Ο κτιριακός πλούτος της Αθήνας φαίνεται πως είναι φτωχός σε εφαρμοσμένες πρακτικές περιβάλλοντος, με συνέπεια να κατατάσσεται στους πλέον ενεργοβόρους. Δεν υπάρχει άλλη ευρωπαϊκή χώρα με τέτοιες κατασκευές, αφού θέματα περιβάλλοντος και ποιότητας ζωής δεν έχουν διεισδύσει στην κατασκευαστική διαδικασία. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα ξοδεύει γιγαντιαία ποσά για ενέργεια και οι Ελληνες δεν διαβιούν σε καλό κτιριακό απόθεμα.

Στις πρώτες θέσεις της ενεργειακής κατανάλωσης εδρεύουν τα παλιά κτίρια -ο κτιριακός πυρήνας της πόλης έχει ηλικία 40 ετών -τα γυάλινα που σε θέματα κλιματισμού απαιτούν 2-3 φορές περισσότερη ενέργεια από τα συμβατικά και τα κτίρια που οικοδομήθηκαν μέχρι το 1980, πριν από την εφαρμογή του κανονισμού θερμομόνωσης.

Οι συνήθεις μαύρες τρύπες των κτιρίων είναι η απουσία μόνωσης στο κέλυφος και την οροφή, η κακή ποιότητα κουφωμάτων και τζαμιών, η μη αεροστεγανότητα, η κακή συντήρηση του λέβητα και η έλλειψη θερμοστατικού ελέγχου. Ακόμη και ο ισχύον Κανονισμός Θερμομόνωσης των κτιρίων (ΦΕΚ362Δ/4.7.1979, ΑΠ26354/476/19.9.1978) στην πράξη δεν εφαρμόζεται. Πάνω από το 50% των οικοδομών που χτίζονται σήμερα έχουν ελειπή θερμομόνωση.

Τα κτίρια ευθύνονται για ένα μεγάλο μέρος των εκπομπών αυτών, καθώς τους αναλογεί τουλάχιστον το 40% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στη χώρα μας. Αν και η χώρα δεσμεύτηκε με τον Ν. 3017/2002 (ΦΕΚ 117Α/2002) και με την ΠΥΣ 5/03 (ΦΕΚ 58Α/2003) να αυξήσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 25% μέχρι το 2012 (με βάση τα επίπεδα του 1990), η αύξηση αυτή ήδη έφτασε το 24,5% και αναμένεται να φτάσει το 58% μέχρι το 2012 αν δεν λάβει έγκαιρα όλα τα αναγκαία μέτρα στους τομείς που ευθύνονται για τις εκπομπές, κύρια, διοξειδίου του άνθρακα.

Για να αντισταθμίσει η Ελλάδα τους επιπλέον ρύπους στο διεθνές χρηματιστήριο ρύπων πληρώνει εκατομμύρια ευρώ, που τα επωμίζεται, όπως πάντα, ο Έλληνας πολίτης, φορολογούμενος και καταναλωτής. Επίσης, η Ελλάδα, ως χώρα μέλος της ΕΕ, δεσμεύτηκε για μείωση 20% στην κατανάλωση ενέργειας μέχρι το 2020.

Τα νομοθετικά βήματα που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση (με την Κοινή Υπουργική Απόφαση 21475/4707 – ΦΕΚ 880/Β/19-8-98 «Περιορισμός των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα με τον καθορισμό μέτρων και όρων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων», ως συμμόρφωση με την κοινοτική οδηγία SAVE 93/76/EE) δεν καρποφόρησαν, δεδομένου ότι δεν εκδόθηκε ποτέ ο προβλεπόμενος Κανονισμός για την Ορθολογική Χρήση και την Εξοικονόμηση Ενέργειας, ωστόσο έκτοτε ολοένα και περισσότερο γίνεται συνείδηση στους σχεδιαστές των έργων η ανάγκη ενσωμάτωσης ορισμένων περιβαλλοντικών συνιστώσεων στο σχεδιασμό, στην κατασκευή, στη λειτουργία και στη συντήρηση των κτιρίων.

Έτσι στην Ελλάδα συνεχίζουμε τις πρακτικές του παρελθόντος, αγνοώντας τις δεσμεύσεις της Ευρώπης στην οποία ανήκουμε, ενώ σε άλλες χώρες, ήδη εδώ και δεκαετίες, εφαρμόζονται οι αρχές της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής και οικολογικής δόμησης και η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στις οικοδομές. Ακόμη και η Αμερική, που δεν συμμετέχει στις δεσμεύσεις του Κιότο, κάνει τεράστια βήματα σε επίπεδο δήμων και πόλεων, ενώ αρχιτέκτονες ακολουθούν τα πρότυπα του προγράμματος LEED για εξοικονόμηση ενέργειας στα κτίρια.

Οι συνήθεις μαύρες τρύπες των κτιρίων είναι η απουσία μόνωσης στο κέλυφος και την οροφή, η κακή ποιότητα κουφωμάτων και τζαμιών, η μη αεροστεγανότητα, η κακή συντήρηση του λέβητα και η έλλειψη θερμοστατικού ελέγχου. Η υπερκατανάλωση ενέργειας είναι συνώνυμη της πόλης εξαιτίας της «αυξανόμενης θερμικής υποβάθμισης, της εμμονής στη χρήση εμπειρικών και ξεπερασμένων τεχνικών σχεδιασμού του αστικού χώρου, της αποψίλωσης του αστικού και περιαστικού πρασίνου», όπως παρατηρούσε σε παλαιότερη έκθεση η Ομάδα Κτιριακού Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τα ελληνικά νοικοκυριά παρουσιάζουν την μεγαλύτερη σχετική κατανάλωση, σχεδόν 30% μεγαλύτερη από της Ισπανίας και περίπου διπλάσια από της Πορτογαλίας. 

Οι κατοικίες στην Ελλάδα παράγουν περίπου 12-13 τόνους διοξειδίου του άνθρακα ανά κάτοικο το χρόνο. Την ίδια ώρα, η Αυστρία παράγει 9 ενώ η Νορβηγία και η Γερμανία 11. Η τιμή αυτή είναι μεγαλύτερη από όλες τις άλλες μεσογειακές χώρες (Πορτογαλία 8 τόνους, Ιταλία & Ισπανία 9 τόνους) και ίση με της Δανίας. Το θερμικό φορτίο των κτιρίων γραφείων στην Ελλάδα (κιλοβατώρες/τ.μ.) είναι το υψηλότερο ανάμεσα σε δέκα χώρες. Καταναλώνουμε δηλαδή περισσότερη ενέργεια για θέρμανση από «παγωμένες» χώρες σαν τη Γερμανία, τη Δανία, τη Σουηδία και την Αυστρία..

Η μέση κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση στα ελληνικά νοσοκομεία κυμαίνεται από 81-420 κιλοβατώρες/τ.μ./έτος. Το αντίστοιχο εύρος στην Δανία είναι 110-210 και στη Φινλανδία 100-300. Η Ελλάδα εμφανίζει παρόμοιες τιμές με την Τσεχία. Ως εκ τούτου πολλά αναμένονται από την εφαρμογή της Οδηγίας 2002/91/ΕΚ για την ενεργειακή αποδοτικότητα των κτιρίων, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με το Νόμο 3661/08, χωρίς ωστόσο να έχει τεθεί ακόμη σε εφαρμογή, δεδομένου ότι απαιτείται η έκδοση σειράς θεσμικών ρυθμίσεων.

 Ωστόσο, η ανάγκη για στροφή της κατασκευής και λειτουργίας των κτιρίων προς υλικά, εξοπλισμούς και τρόπους οργάνωσης πιο φιλικούς προς το περιβάλλον σε σχέση με τους μέχρι σήμερα γνωστούς συμβατικούς, αποτελεί μια λογική και πρακτική, η οποία όχι μόνο θεωρείται αδιαμφισβήτητα επιθυμητή, αλλά άρχισε να εφαρμόζεται ήδη στην Ευρώπη κατά την τελευταία δεκαετία.

Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, κυρίως όσον αφορά στην κατασκευή μεγάλων έργων είναι πια γεγονός που απασχολεί τους μελετητές και κατασκευαστές στην Ελλάδα. Αντιθέτως, οι περιβαλλοντικές συνιστώσες δεν απασχολούν συνήθως τους εκτελεστές των έργων ανέγερσης κοινών κτιρίων, εκτός εάν πρόκειται για μεγάλες μονάδες (ξενοδοχειακές, νοσοκομειακές, κλπ.).

 Το ενδιαφέρον στα κτιριακά έργα συγκεντρώνει μέχρι σήμερα η επιλογή των υλικών και οι μέθοδοι εξοικονόμησης νερού και ενέργειας. Η συνολική προσέγγιση των επιπτώσεων των κτιριακών έργων στο περιβάλλον σε όλη τη διάρκεια ζωής τους, ήδη από τη μελετητική φάση, είναι κάτι νέο.

Με την έκδοση της Οδηγίας 2002/91/ΕΚ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, που εφαρμόζεται σχεδόν σε όλη τη «γηραιά ήπειρο» στο πλαίσιο της τριετούς προσαρμογής που είχε θέσει η Ευρωπαϊκή Ενωση – έως το 2009 αναμένονται θεαματικές αλλαγές στον τομέα της μελέτης και κατσκευής των κτιρίων, ιδιαίτερα λόγω της θέσπισης της διαδικασίας ενεργειακής αξιολόγησης και πιστοποίησης των κτιρίων. Η αξιολόγηση των κτιρίων σε Λονδίνο και Παρίσι ξεκίνησε πέρυσι ενώ στη Λισαβόνα το 2007.

Η Ελλάδα τερματίζει από τους τελευταίους (έχοντας ήδη καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο).
Η ενεργειακή ταυτότητα θα καθορίσει σε βάθος χρόνου την αγοραστική δύναμη των κτιρίων, κυρίως όμως τις συνθήκες ζωής στο αστικό περιβάλλον. Μελέτες κτιριακής αναβάθμισης του ΚΑΠΕ την τελευταία δεκαετία έδειξαν ότι μια μετριοπαθής βελτίωση ενός κτιριακού συνόλου στην Αθήνα θα μείωνε την κατανάλωση ενέργειας κατά 25%.

Ο ευκολότερος τρόπος μείωσης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των κτιριακών έργων είναι ο προσδιορισμός και η εκτίμησή τους στην πρώτη φάση του σχεδιασμού τους, μέσω μιας «περιβαλλοντικής – οικολογικής» θεώρησης που δεν θα προστίθεται ως «πράσινη» παράγραφος στην οριστική μελέτη κάθε έργου, αλλά θα δίνει νέα οπτική στο σχεδιασμό και στις λήψεις των αποφάσεων, προκειμένου να αποδοθούν οι βέλτιστες συνολικά λύσεις.

Ο οικολογικός σχεδιασμός των κτιρίων είναι μέρος του συνολικού σχεδιασμού και δεν διαφέρει από οποιονδήποτε σχεδιασμό έργου.

Ο βιοκλιματικός σχεδιασμός, τα συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η ενεργειακή διαχείριση εφαρμόζονται σε όλο και περισσότερα κτίρια του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ενώ η έρευνα σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο έχει προχωρήσει σημαντικά και βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο της ένταξης αυτού το νέου τρόπου δόμησης και αναβάθμισης κτιρίων στην ευρύτερη οικοδομική πρακτική. 

Ήδη ο βιοκλιματικός σχεδιασμός, τα συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και η ενεργειακή διαχείριση εφαρμόζονται σε όλο και περισσότερα κτίρια του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ενώ η έρευνα σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο έχει προχωρήσει σημαντικά και βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο της ένταξης αυτού το νέου τρόπου δόμησης και αναβάθμισης κτιρίων στην ευρύτερη οικοδομική πρακτική. Στις πρώτες θέσεις της ενεργειακής κατανάλωσης εδρεύουν τα παλιά κτίρια -ο κτιριακός πυρήνας της πόλης έχει ηλικία 40 ετών -,τα γυάλινα που σε θέματα κλιματισμού απαιτούν 2-3 φορές περισσότερη ενέργεια από τα συμβατικά και τα κτίρια που οικοδομήθηκαν μέχρι το 1980, πριν από την εφαρμογή του κανονισμού θερμομόνωσης.
. . .
    Picture8  Picture10 Picture9  Picture11
. . .
Picture2
. . .
Αειφόρος Δόμηση: Βιοκλιματική Αρχιτεκτονική – Οικολογική δόμηση 
. . .
 Διαμόρφωση οράματος, στοχοθέτηση και εκπόνηση νέων κτιριολογικών και κτιριοδομικών κανονισμών
. . .
Η αειφόρος δόμηση είναι διαδικασία κατά την οποία όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες (π.χ. ιδιοκτήτης οικοπέδου, χρηματοδότης, μηχανικός, αρχιτέκτονας, κατασκευαστής, προμηθευτής υλικών, αρμόδια για την έκδοση αδειών αρχή) πρέπει να συνδυάζουν τις λειτουργικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές και ποιοτικές παραμέτρους για την ανέγερση και την ανακαίνιση κτιρίων και δομημένου περιβάλλοντος τα οποία να είναι ελκυστικά, ανθεκτικά, λειτουργικά, προσιτά και να προσφέρουν άνετες και υγιεινές συνθήκες διαβίωσης και χρήσης, προάγοντας την ευημερία όλων όσοι κατοικούν σ' αυτά.

Τα κτίρια του αύριο πρέπει να είναι αποδοτικά ως προς τους πόρους, ειδικότερα την ενέργεια, τα υλικά και το νερό, διευκολύνοντας τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και απαιτώντας ελάχιστη εξωτερική ενέργεια για να λειτουργήσουν, αξιοποιώντας κατάλληλα τα όμβρια και τα υπόγεια ύδατα, αντιμετωπίζοντας σωστά τα υγρά απόβλητα και χρησιμοποιώντας υλικά που είναι φιλικά προς το περιβάλλον, μπορούν να ανακυκλωθούν εύκολα ή να επαναχρησιμοποιηθούν, δεν περιέχουν επικίνδυνες ουσίες και επιδέχονται ακίνδυνη τελική διάθεση, σέβονται τον περίγυρο και την τοπική πολιτιστική και άλλη κληρονομιά και διατίθενται σε ανταγωνιστικές τιμές, ιδίως εάν ληφθούν υπόψη πιο μακροπρόθεσμες παράμετροι, όπως οι δαπάνες συντήρησης, η ανθεκτικότητα και οι τιμές μεταπώλησης.

Είναι γεγονός ότι στον τομέα των κτιρίων υπάρχει, σε αρκετά κράτη μέλη – μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα – σημαντική υστέρηση ως προς το βαθμό επίτευξης ενεργειακής απόδοσης, παρά το γεγονός ότι υπάρχει τεχνογνωσία δόμησης σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας. Ωστόσο, ακόμη και εάν συνέβαινε αυτό, ο ρυθμός αντικατάστασης των υπαρχόντων κτιρίων (0,5 έως 2% ετησίως) είναι τόσο αργός, ώστε να χρειάζεται πολύς χρόνος για να γίνει πραγματικά αισθητός ο αντίκτυπος των νέων κτιρίων[1]

Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ενισχύσει τις θεσμικές ρυθμίσεις με δέσμη κοινοτικών Οδηγιών, που αφορούν κυρίως στα κτίρια διαμορφώνοντας νέα δεδομένα στον τρόπο μελέτης, κατασκευής, ανακαίνισης και κατεδάφισής τους που θα επιφέρουν σημαντικές βελτιώσεις στις περιβαλλοντικές και οικονομικές επιδόσεις των πόλεων και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων τους.

Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν ωστόσο υιοθετήσει ικανά προγράμματα αειφόρου δόμησης, σε συνδυασμό με σχετικά προγράμματα δράσης και ενσωμάτωσαν στους εθνικούς Γ.Ο.Κ. νέα πρότυπα και κανονισμούς, ακολουθώντας μια προσέγγιση που βασίζεται στην απόδοση παρά στην περιγραφή συγκεκριμένων προς εφαρμογή τεχνικών ή λύσεων, ενώ έχουν θέσει τις δικές τους απαιτήσεις στην αγορά και τη χρήση των κονδυλίων του δημοσίου για την κατασκευή κατοικιών ή άλλων δημοσίων έργων. 

Αποδίδεται ιδιαίτερη έμφαση στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των υπαρχόντων κτιρίων δεδομένου ότι μόνο με τη θερμομόνωση των παλαιότερων κτιρίων στην Ευρώπη μπορεί να μειωθούν οι εκπομπές CO2 και το αντίστοιχο ενεργειακό κόστος κατά 42%. Βεβαίως η ανακαίνιση, όπου εστιάζονται όλες οι προσπάθειες[2], είναι πιο σύνθετη διαδικασία, η οποία όμως παρουσιάζει αρκετά περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα διότι διατηρούνται η ενέργεια και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και αποδεδειγμένα θα επιφέρει σημαντική βελτίωση στις περιβαλλοντικές επιδόσεις των πόλεων και στην ποιότητα ζωής των κατοίκων έως τα μέσα της τρέχουσας εκατονταετίας[3],[4].

Είναι απολύτως αναγκαία η καθοδήγηση των μελετητών, των κατασκευαστών και των πελατών τους και η καλύτερη και συστηματικότερη ενημέρωσή τους σχετικά με τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των υλικών κατασκευής. Η Επιτροπή θα αναπτύξει την περιβαλλοντική επισήμανση των δομικών υλικών μέσω των περιβαλλοντικών δηλώσεων προϊόντος (EPD) ή/και του οικολογικού σήματος της με βάση την κοινή μεθοδολογία αξιολόγησης της αειφορίας, θα εξετάσει επίσης και άλλες δράσεις ευαισθητοποίησης, όπως τα βραβεία αρχιτεκτονικής για αειφόρους λύσεις.

Όλα τα κράτη μέλη και οι τοπικές αρχές οφείλουν να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν ένα εθνικό πρόγραμμα αειφόρου δόμησης και να θέσουν υψηλές απαιτήσεις απόδοσης με βάση ευρωπαϊκά εναρμονισμένα πρότυπα και τον Ευρωκώδικα. Όλα τα κράτη μέλη, οι τοπικές αρχές και άλλοι αγοραστές του δημοσίου θα ενθαρρυνθούν να εισαγάγουν απαιτήσεις σε ό,τι αφορά την αειφορία στις διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμών για κτίρια και άλλα κατασκευαστικά έργα και στη χρήση των δημοσίων κονδυλίων σε κτίρια και τέτοια έργα. Θα ενθαρρυνθούν να δημιουργήσουν φορολογικά κίνητρα για κτίρια περισσότερο σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας. Η Επιτροπή θα διερευνήσει τις δυνατότητες εκπαίδευσης, καθοδήγησης, ανταλλαγής πείρας και περαιτέρω έρευνας στην αειφόρο δόμηση.


architecture_bioclimatique_vegetale       passive-direct2   
. . .

ed-article-images-bdd98cf8-310b-446d-b271-dcb48752c24d_jpg       Picture3    ______protectivo
. . .
141875635_008-rgb-528x356    588765736_011-rgb-528x356
. . .
     image015  image019
. . .
image021
αρχιτέκτων: Έλλη Γεωργιάδου
. . .
ΑΜΕΣΟ ΗΛΙΑΚΟ ΚΕΡΔΟΣ    ΑΜΕΣΟ ΗΛΙΑΚΟ ΚΕΡΔΟΣ1
άμεσο ηλιακό κέρδος
σκίτσα: Νιόβη Ν. Χρυσομαλλίδου
. . .

Συμπεράσματα

Οι προοπτικές για την αγορά και οι επιπτώσεις στον κατασκευαστικό τομέα.

. . .
Ο τομέας της εξοικονόμησης ενέργειας και η στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όχι μόνο θα συμβάλλει στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και σε καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, αλλά θα επιφέρει και πολλαπλά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη. Παράλληλα, η μεγαλύτερη ευμάρεια θα προσφέρει στον άνθρωπο περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να απολαμβάνει και να φροντίζει το περιβάλλον του.

Οι δυνάμεις της αγοράς παράγουν, στην πορεία του χρόνου, το πλέον αποδοτικό αποτέλεσμα χωρίς ύπαρξη παρέμβασης. Ωστόσο, με δεδομένα τα τεχνικά χαρακτηριστικά των ενεργειακών αγορών, φαίνεται ότι υπάρχει ανάγκη προώθησης και πλαισίωσης των αλλαγών  που επιφέρει η αγορά με την ταχύτερη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και συνεπώς μείωση της ζήτησης ενέργειας. Οι δυνάμεις της αγοράς θα συνεχίσουν επίσης να είναι απαραίτητες στην αντιστοίχηση της ζήτησης με την προσφορά. Προς τούτο καταβάλλεται προσπάθεια για την άρση υφιστάμενων θεσμικών και χρηματοοικονομικών εμποδίων στην ορθή αντίδραση της αγοράς και τη δημιουργία νέων κατάλληλων μέσων, όπως η αύξηση της διείσδυσης των καινοτόμων καθαρών τεχνολογιών σε κάθε επίπεδο.

Παράλληλα έχουν δημιουργηθεί προγράμματα υποστήριξης και χρηματοδοτικά μέσα που βοηθούν τη βιομηχανία και τα ερευνητικά ιδρύματα να χρησιμοποιήσουν καθαρές τεχνολογίες με στόχο την αύξηση της ζήτησης στην αγορά αυτών των προϊόντων και των καθαρών τεχνολογιών και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, περισσότερη οικονομική ευμάρεια και προστασία του περιβάλλοντος.

Η φορολογική πολιτική θα αποτελέσει σημαντικό τρόπο ενθάρρυνσης των αλλαγών στη συμπεριφορά και στη χρήση νέων προϊόντων που χρησιμοποιούν λιγότερη ενέργεια. Η κρατική ενίσχυση και τα φορολογικά μέτρα αποτελούν δυο βασικά εργαλεία που θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν υπέρ της ενεργειακής απόδοσης. Το ίδιο θα ισχύσει με το «εξωτερικό κόστος» και τη διαφάνεια των τιμών, που θα κατευθύνουν τους καταναλωτές σε μοντέλα κατανάλωσης που θα παρέχουν οικονομικότερη και ορθολογική χρήση ενέργειας. Σε όλα αυτά θα συμβάλλουν οι ενημερωτικές εκστρατείες των πολιτών, των βιομηχανικών πελατών και των εμπειρογνωμόνων ενεργειακής απόδοσης και παροχής υπηρεσιών.

Κατά την παρούσα φάση έχει αναπτυχθεί μεγάλος προβληματισμός στην ευρωπαϊκή κοινότητα για την ενίσχυση της εφαρμογής των μέτρων ενεργειακής απόδοσης στον κτιριακό τομέα, από όπου θα προκύψουν ακόμη μεγαλύτερα οφέλη και αναζητούνται λύσεις για την ενίσχυση του ρόλου των δημόσιων αρχών, των εταιρειών παροχής υπηρεσιών ενέργειας και πολλές προτάσεις αναφέρονται στην Πράσινη Βίβλο για την ενεργειακή απόδοση, που εξέδωσε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Όπως αναφέρεται και στην Πράσινη Βίβλο της Κοινότητας «το κλειδί για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης είναι να δοθούν στα κράτη μέλη, στις περιφέρειες, στους πολίτες και τον κλάδο τα απαραίτητα κίνητρα και εργαλεία ώστε να προχωρήσουν στις απαιτούμενες δράσεις και επενδύσεις για την επίτευξη εξοικονόμησης ενέργειας με θετικό λόγο κόστους-οφέλους».

Η παροχή κινήτρων, παράλληλα με τις πολιτικές ενίσχυσης που προωθούνται συνολικά, μεταξύ των οποίων και το «πρασίνισμα» των δημόσιων συμβάσεων θα συμβάλλουν καθοριστικά στην επίτευξη της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και των πόλεων. Ειδικότερα, με την εφαρμογή, αργότερα, των «πράσινων» δημόσιων συμβάσεων, που θα επηρρεάσουν άμεσα την ευρωπαϊκή δημόσια αγορά, με την συμπερίληψη περιβαλλοντικών κριτηρίων, εξασφαλίζοντας την προμήθεια πιο αποδοτικών, περιβαλλοντικά, προϊόντων και τεχνολογιών τα οφέλη θα είναι πολλαπλά στο σύνολο του κατασκευαστικού κλάδου.

Για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και ιδιαίτερα των κτιρίων υπάρχουν σήμερα διαθέσομες πολλές καινοτόμες τεχνολογίες, οι οποίες θα αυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους και θα έχουν αντίκτυπο στην αναθέρμανση της οικοδομικής δραστηριότητας, στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αλλά και στην ποιότητα της κατασκευής. Λαμβάνοντας υπόψη ότι όλα συγκλίνουν στην ενθάρρυνση της εφαρμογής μέτρων ενεργειακής απόδοσης στον κτιριακό τομέα, εκτιμάται[1] ότι τα αποτελέσματα θα είναι άμεσα και πολλαπλά και θα αγγίξουν, την επόμενη δεκαετία, όλους τους τομείς, οικονομία, κοινωνία, περιβάλλον.

Η εφαρμογή του νόμου 3661/08 θα ενισχύσει καθοριστικά τον τομέα της απασχόλησης: Τα κέρδη στην οικονομική απόδοση, κατά συντηρητική εκτίμηση, ανέρχονται σε περισσότερα από 70 εκατομμύρια ΤΙΠ. Ο τομέας αυτός θα μπορούσε, από μόνος του, να δημιουργήσει τουλάχιστον 250.000 θέσεις πλήρους απασχόλησης σε προσωπικό με υψηλά προσόντα, γενικά στον τομέα των κατασκευών. Η απασχόληση θα δημιουργηθεί ως επί το πλείστον σε τοπικό επίπεδο, όπου θα γίνονται οι αλλαγές στα κτίρια.

Ο κλάδος που θα ωφεληθεί περισσότερο από την εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης στα κτίρια είναι ο κατασκευαστικός κλάδος.

Είναι προφανές ότι θα υπάρξει σοβαρή αναθέρμανση της οικοδομικής δραστηριότητας, η οποία θα κατευθυνθεί περισσότερο σε ανακαινίσεις μεγάλων κτιριακών συγκροτημάτων και οικιστικών συνόλων, με εφαρμογή μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Ο τομέας αυτός διαθέτει πολύ μεγάλο δυναμικό αναβάθμισης και θα απασχολήσει ιδιαίτερα τον κατασκευαστικό κλάδο την επόμενη δεκαετία. Παράλληλα, η εφαρμογή μέτρων ενεργειακής απόδοσης θα έχει άμεσα οφέλη στην αναβάθμιση του ρόλου των μηχανικών, αλλά κυρίως και των τεχνικών της οικοδομής, με θετικά αποτελέσματα και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των κατασκευαστικών υλικών και την αναβάθμιση της ποιότητα κατασκευής.

Είναι επίσης προφανές ότι θα υπάρξουν ιδιαίτερα θετικές επιπτώσεις στον κλάδο παραγωγής κατασκευαστικών – δομικών προϊόντων, ο οποίος καλείται να προσαρμοστεί στις νέες περιβαλλοντικές απαιτήσεις ώστε τα κατασκευαστικά προϊόντα να σχεδιάζονται με τρόπο, ώστε να ελαχιστοποιούν τις δυσμενείς περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε όλο τον κύκλο ζωής τους. Τούτο θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση πολλών παραγωγικών κλάδων, που εμπλέκονται στην κατασκευή, καθώς και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των τιμών των νέων – καθαρών – τεχνολογιών δόμησης.

Η απαίτηση για βιοκλιματική κατασκευή κτιρίων, για εφαρμογή συστημάτων και τεχνικών ενεργειακής απόδοσης, για χρήση Α.Π.Ε. και εν γένει για οικολογική δόμηση θα έχει άμεσο αντίκτυπο στο σύνολο της αγοράς δημιουργούντας νέα δεδομένα, στη βάση της εγγυημμένης ποιότητας και απόδοσης, που θα συμβάλλουν παράλληλα και στην ποιότητα της ζωής στα κτίρια που ζούμε και εργαζόμαστε και εν γένει στις πόλεις μας.     

Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης η ενεργειακή απόδοση δεν αποτελεί πλέον σλόγκαν, πολυτέλεια ή «γκάτζετ», αλλά  αναγκαιότητα, που δίνει απάντηση στις προκλήσεις της αύξησης του κόστους ενέργειας, σε ένα διεθνές πλαίσιο στο οποίο η ενεργειακή ζήτηση συνεχίζει να αυξάνεται [2]

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχίζει με εντατικό ρυθμό τις προσπάθειες για τη συνεχή και προοδευτική εισαγωγή αποδοτικών καινοτομιών κύρια στον οικοδομικό τομέα, ώστε να οδηγηθούμε σε εξοικονόμηση ενέργειας ισοδύναμη με το 1,5% της ετήσιας κατανάλωσης, πράγμα που θα επιτρέψει να επιτευχθεί το επίπεδο κατανάλωσης του 1990. 

Στο Πράσινο Βιβλίο για την ενεργειακή απόδοση, που εξέδωσε[3], με τίτλο «Περισσότερα αποτελέσματα με λιγότερα μέσα» επισημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να κινηθεί πιο αποφασιστικά για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και προσδιορίζει τα εμπόδια (απουσία κινήτρων, ελλιπής ενημέρωση και κατάρτιση, ανεπάρκεια χρηματοδότησης, κλπ) που δεν επιτρέπουν την επίτευξη αποδοτικότερων, από πλευράς κόστους, βελτιώσεων, καθώς και μέτρα που οδηγούν σε μεγαλύτερη εξοικονόμηση πόρων μετά την απόσβεση της απαιτούμενης επένδυσης. Ο τομέας της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων είναι στρατηγικής σημασίας και τα κέρδη από την άποψη της ενεργειακής απόδοσης θα μπορούσαν να είναι σημαντικά. Ωστόσο, πρέπει να καταβληθούν περισσότερες προσπάθειες για την υποστήριξη των ιδιοκτητών / εκμισθωτών, τόσο για την κάλυψη των εξόδων, όσο και για άλλες θεσμικές και  διοικητικές διευκολύνσεις.

Μελετάται ήδη η διαμόρφωση ενιαίας φορολογικής πολιτικής που θα παρέχει κίνητρα (πχ, μείωση φόρου ακινήτου περιουσίας για ιδιοκτήτες ανάλογα με τις επενδύσεις που πραγματοποιούν υπέρ της ενεργειακής απόδοσης, εκπτώσεις από το φορολογητέο εισόδημά τους, μείωση ΦΠΑ, ειδικά Δάνεια ενεργειακής απόδοσης, κλπ.), καθώς και η ανάπτυξη αγοράς ενεργειακών υπηρεσιών, πράγμα που ήδη υφίσταται σε ορισμένες χώρες της Ένωσης, κυρίως στις βόρειες χώρες και στη Γαλλία.

Για παράδειγμα, σε ορισμένες χώρες έχει καθιερωθεί η χρήση προτύπων ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και η έκδοση πιστοποιητικών, που επιβάλλουν αυξημένες υποχρεώσεις με σκοπό την εξοικονόμηση ενέργειας και, έμμεσα, τον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Τα μέτρα αυτά υποστηρίζονται από ικανές πολιτικές κινήτρων. 

Στη Γαλλία οι παραγωγοί ενέργειας φορολογούνται όταν δεν λαμβάνουν τα απαιτούμενα μέτρα εξοικονόμησης (με 2 λεπτά ανά κιλοβατώρα), γεγονός που τους εξαναγκάζει να λαμβάνουν πρωτοβουλίες έναντι των πελατών τους με σκοπό την εξοικονόμηση ενέργειας, ενώ οι ιδιοκτήτες ακινήτων διευκολύνονται οικονομικά για τη λήψη μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων τους. 

Άλλα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν προβεί στη μείωση του ΦΠΑ για την αγορά και εγκατάσταση συστημάτων και οικοδομικών υλικών, που αποδεδειγμένα συμβάλλουν στην εξοικονόμηση ενέργειας (μετά από ομοφωνία στο Συμβούλιο), ενώ προωθείται η συστηματική χρήση οικολογικής σήμανσης, που γίνεται όλο και πιο εύχρηστη. Σημαντικό ρόλο θα παίξει και η ανάπτυξη ενός συστήματος κρατικών ενισχύσεων για την κατοικία, που θα είναι φιλικότερο προς το περιβάλλον, μέσω της ενθάρρυνσης της οικολογικής καινοτομίας και των δεικτών παραγωγικότητας.

Η εισαγωγή κριτηρίων ενεργειακής απόδοσης στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών για κρατικές προμήθειες πρέπει να ενθαρρυνθεί, όπως επίσης και οι έλεγχοι ενεργειακής απόδοσης στα δημόσια κτήρια. Ίσως είναι σκόπιμο να αναπτυχθεί η έννοια του «πλειοδότη» από ενεργειακή άποψη. Είναι ούτως ή άλλως απαραίτητο να αξιολογηθούν τα πειράματα που πραγματοποιήθηκαν σε δημόσια κτήρια για να μπορέσει να εκτιμηθεί η σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας. Οι πόροι υπέρ της ενεργειακής απόδοσης μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά μέσα τα οποία θα επιτρέψουν την αποδοτικότερη χρήση της ενέργειας και την επίτευξη μεγαλύτερης εξοικονόμησης ενέργειας. Μπορούν επίσης να διευκολύνουν τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα και να βοηθήσουν τις εταιρείες παραγωγής ενέργειας να παρέχουν στους πελάτες τους διάφορες δυνατότητες περιορισμένης κατανάλωσης ενέργειας, να επιταχύνουν την ανάπτυξη υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης και να παράσχουν κίνητρα, αφενός, για την ανάπτυξη Ε&Α και, αφετέρου, για την έγκαιρη κυκλοφορία στην αγορά ενεργειακά αποδοτικών προϊόντων. Αποτελούν συνεπώς χρήσιμα μέσα τα οποία συνοδεύουν την εισαγωγή της εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών.

Πρέπει επίσης να εξεταστεί η περίπτωση η ενεργειακή απόδοση να ληφθεί με μεγαλύτερη συνέπεια υπόψη στο πλαίσιο του Ταμείου Συνοχής και του Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει ήδη επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2002/91/ΕΚ για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων[4], στη βάση απολογισμού της μέχρι σήμερα εφαρμογής της με ενδεχόμενο να μειωθεί το κατώφλι για την υποχρεωτική βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης υφιστάμενων κτιρίων, το οποίο σήμερα έχει οριστεί στα 1000 τμ.. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι η ανά πενταετία αναθεώρηση των κανονισμών για την θερμότητα αποτελεί στην ουσία πολύ περιορισμένη προθεσμία εφαρμογής για έναν τομέα όπου τα κτίρια είναι συχνά μικρού μεγέθους και ότι μία προθεσμία 7 ετών θα ήταν πιο ρεαλιστική.

Σύμφωνα µε τις υφιστάμενες προβλέψεις της Ε.Ε., η εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα µε οικονομικά αποτελεσματικό τρόπο μπορεί να φτάσει το 28% έως το 2020.

Επίσης, από μελέτες της Ε.Ε. προκύπτει ότι ένα µέσο νοικοκυριό στην Ε.Ε. θα μπορούσε να εξοικονομήσει από 200 έως 1000 ευρώ το χρόνο, ανάλογα µε την κατανάλωση ενέργειας, εάν η κατοικία του ήταν ενεργειακά αποδοτική. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε, αρχές Δεκεμβρίου 2008, για πρώτη φορά, μέτρα όπου προσφέρεται η δυνατότητα σε όλα τα κράτη µέλη της Ε.Ε. να προωθήσουν μηχανισμούς για την ενεργειακή απόδοση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον οικιακό τομέα, µε την υποστήριξη της χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Συνοχής.

Τα μέτρα αυτά εντάσσονται στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Σχέδιο για την Ανάκαμψη της Οικονομίας της Ε.Ε., που θα έχει ως στόχο του τα νοικοκυριά µε χαμηλό εισόδημα.

Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι η Ε.Ε. θα συγχρηματοδοτήσει προγράμματα των κρατών μελών για την εγκατάσταση παραθύρων διπλών τζαμιών, μονώσεις τοιχοποιίας και στέγης, ηλιακών συλλεκτών και αντικατάσταση παλαιών καυστήρων κεντρικών θερμάνσεων µε καυστήρες νέου τύπου χαμηλής κατανάλωσης ενέργειας στον οικιακό τομέα.

Κατά την παρούσα φάση εξετάζονται στην Ε.Ε. τρόποι ενίσχυσης της εφαρμογής των μέτρων ενεργειακής απόδοσης στον κτιριακό τομέα από όπου αναμένεται να προκύψουν ακόμη μεγαλύτερα οφέλη και προς τούτο αναζητούνται λύσεις για την ενίσχυση του ρόλου των δημόσιων αρχών και των εταιρειών παροχής υπηρεσιών ενέργειας με στόχο να προκύψουν ακόμη μεγαλύτερα οφέλη. Πολλές προτάσεις αναφέρονται στην Πράσινη Βίβλο για την ενεργειακή απόδοση, που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επισημαίνεται επίσης ότι η φορολογία αποτελεί επίσης ισχυρό εργαλείο για την παροχή κινήτρων.

Με την κατάλληλη φορολογική πολιτική εκτιμάται ότι θα ενθαρρυνθεί η αλλαγή στη συμπεριφορά και στη χρήση νέων προϊόντων που χρησιμοποιούν λιγότερη ενέργεια. Η κρατική ενίσχυση και τα φορολογικά μέτρα αποτελούν δυο βασικά εργαλεία που θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν υπέρ της ενεργειακής απόδοσης. Το ίδιο θα ισχύσει με το «εξωτερικό κόστος» και τη διαφάνεια των τιμών, που θα κατευθύνουν τους καταναλωτές σε μοντέλα κατανάλωσης με στόχο την ορθολογική χρήση ενέργειας.

Σε όλα αυτά θα συμβάλλουν οι ενημερωτικές εκστρατείες των πολιτών, των βιομηχανικών πελατών και των εμπειρογνωμόνων ενεργειακής απόδοσης και παροχής υπηρεσιών.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενεργεί πλέον με βάση την αρχή σύμφωνα με την οποία, ο άνθρωπος πρέπει να λειτουργεί σε συνέργια με το περιβάλλον του προς αμοιβαίο όφελος. Στη βάση αυτή έχει δοθεί σαφής κατεύθυνση προς την περικοπή των επιζήμιων για το περιβάλλον επιδοτήσεων, η οποία αναμένεται ότι θα ωφελήσει όχι μόνο το περιβάλλον, αλλά και την οικονομία, καθότι θα λειτουργήσει ως το πλέον σημαντικό κίνητρο για την εφαρμογή των μέτρων ενεργειακής απόδοσης στα κτίρια.

[1] από μελέτη Ecofys της αρμόδιας Επιτροπής, όπως αναφέρεται στην Πράσινη Βίβλο για την ενεργειακή απόδοση
[2] Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει ότι η παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση θα αυξηθεί κατά 60% έως το 2030, διάστημα κατά το οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση – η οποία εξαρτάται κατά 80% από τα ορυκτά καύσιμα – θα δει τις εισαγωγές της ενέργειας να αυξάνονται από 50% που είναι σήμερα, σε 70%.
[3] στις 22 Ιουνίου 2005
[4] δεν έχει ακόμη, δυστυχώς,  ενσωματωθεί στο εθνικό μας δίκαιο – άρα δεν έχει ακόμη εφαρμοσθεί στη χώρα μας