Παρατηρητήριο Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη ...

... Ανάπτυξη που μόνο ο ενημερωμένος, ενεργός Πολίτης μπορεί να διεκδικήσει και να πετύχει !







Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Περιβαλλοντική Αδειοδότηση και Ελεγκτικοί Μηχανισμοί σε εποχή κρίσης



Στη χώρα μας το σύστημα περιβαλλοντικής αδειοδότησης αλλά και η ορθή και γενικευμένη τήρηση των περιβαλλοντικών όρων παρουσιάζει σοβαρά ελλείμματα.
Ο κίνδυνος που ελλοχεύει, στην περίοδο οικονομικής κρίσης είναι να εμφανισθεί η μη τήρηση των κανόνων ως «αναγκαίο κακό», προκειμένου να διευκολύνει τις αναγκαίες για την ανάπτυξη επενδύσεις, καλλιεργώντας μάλιστα ένα αίσθημα ανοχής απέναντι στην περιβαλλοντική παραβατικότητα όπως συμβαίνει και στις άλλες πλευρές του δημόσιου βίου.
Μοιραία σε εποχή οικονομικής κρίσης η τάση αν όχι η επιλογή είναι η πλήρης «χαλάρωση» κάθε θεσμικής ή άλλης διαδικασίας που έχει έως σήμερα θεσμοθετηθεί στη χώρα μας, τόσο σε ζητήματα περιβαλλοντικής αδειοδότησης, όσο και περιβαλλοντικών ελέγχων.
Με το επιχείρημα της διευκόλυνσης των επενδύσεων και της στήριξης των επιχειρήσεων ελαχιστοποιούνται οι απαιτήσεις, αίρονται δεσμεύσεις και κανόνες, αποσύρονται πρόστιμα με την αιτιολογία ότι «δεν θα τα αντέξουν οι επιχειρήσεις που ελέγχονται και θα κλείσουν».
Βεβαίως, η χαλάρωση των περιβαλλοντικών αδειοδοτήσεων και ελέγχων ευνοεί αυτούς που δεν είναι διατεθειμένοι να τηρήσουν τους κανόνες λειτουργίας γιατί απαιτείται σημαντικό κόστος, ενώ η μη τήρησή τους, τους προσδίδει ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι αυτών που τους τηρούν. Και αυτό έχει δύο πιθανές συνέπειες, ή οδηγεί σε δυσκολίες, έως και στο κλείσιμο αυτών που τηρούν τους κανόνες ή ρίχνει τα στάνταρτ λειτουργίας προς τα κάτω, συνολικά.
 Ότι από τα δύο αυτά συμβεί, είναι απευκταίο!
Ωστόσο, αν η μη τήρηση κανόνων είναι μία από τις βασικές αιτίες της κρίσης, δεν μπορεί να είναι το εργαλείο για την αντιμετώπισή της και κυρίως ούτε η μετά-κρίση εποχή θα πρέπει να μας βρει χωρίς ή με χαλαρούς κανόνες, άρα με χαμηλά επίπεδα συμμόρφωσης στην περιβαλλοντική νομοθεσία, θα οξύνει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής, θα προσβάλει την δημόσια υγεία, ενώ παράλληλα θα δημιουργήσει στρεβλώσεις στην αγορά, δημιουργώντας οικονομικό πλεονέκτημα στους παρανομούντες, αλλά και αντιστρέφοντας το σύστημα δικαίου.
Την ίδια στιγμή το διεθνές νομικό και κοινωνικό περιβάλλον είναι ιδιαίτερα αυστηρό και απαιτητικό και η έλλειψη ξεκάθαρων κανόνων αδειοδότησης και τήρησης περιβαλλοντικών όρων θα δημιουργήσει τελικά ένα ακόμη πιο αρνητικό επενδυτικό περιβάλλον, αποστερώντας από τους παρανομούντες - ρυπαντές αλλά και από τους ενεχόμενους, λόγω αμέλειας ή ανικανότητας, οργανισμούς, το κύρος του αξιόπιστου συνομιλητή, καθώς θα αποστερείται των αναγκαίων στην αγορά εγγυήσεων.
Οι επιπτώσεις από αυτό θα είναι ακόμη πιο σοβαρές αν λάβουμε υπόψη ότι οι παρανομούντες – ρυπαντές θα τεθούν μοιραία εκτός αυτών των αγορών και θα οδηγηθούν σε μεγαλύτερη εσωστρέφεια.
Επιπλέον, βάλλεται η ίδια η Πολιτεία, καθώς θα αποστερείται αξιόπιστων θεσμών, τόσο προς τους πολίτες της, όσο και προς τους υποψήφιους σοβαρούς επενδυτές που αποφεύγουν να επενδύσουν σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχουν ή δεν τηρούνται σαφείς κανόνες.

Έτσι, η ευνοϊκή μεταχείριση των επενδυτών, πρακτική που ήδη ακολουθείται στα ζητήματα αυτά, θα αποβεί τελικά σε βάρος της ίδιας της ανάπτυξης καθώς αλλοιώνει τους κανόνες της αγοράς, αναπαράγει στρεβλώσεις και επιδεινώνει τη θέση της υγιούς επιχειρηματικότητας εντός και εκτός της χώρας.
Οι προσπάθειες πρέπει να κατατείνουν στη διαμόρφωση ενός σαφούς πλαισίου αρχών και κανόνων, στη θέσπιση δεικτών περιβαλλοντικής απόδοσης, αλλά και πολιτικών και εργαλείων που θα διέπουν εξίσου την αδειοδοτική και ελεγκτική διαδικασία με γνώμονα όχι μόνο την πρόληψη, αλλά και την «προφύλαξη».
Η επιδίωξη «συμμόρφωσης» θα πρέπει καταρχήν να βασίζεται σε ένα σαφές εθνικό αναπτυξιακό σχεδιασμό προσανατολισμένο στην αειφορία, με βασικό εργαλείο το εθνικό χωροταξικό και γνώμονα την «φέρουσα» ικανότητα των οικοσυστημάτων και παράλληλα σε ένα σαφές πλαίσιο κανόνων, ώστε να κατευθύνονται οι επενδύσεις στις κατάλληλες περιοχές μετά από την αναγκαία Στρατηγική Αξιολόγηση των Κινδύνων και κατά περίπτωση μια Ολοκληρωμένη Μελέτη Πρόληψης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Την ίδια στιγμή θα πρέπει να αναπτυχθεί μια συγκεκριμένη πολιτική αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημιάς που θα επεκτείνεται σε προτάσεις που αφορούν σε υποδομές κρίσιμες για τη διαχείριση επικίνδυνων και άλλων αποβλήτων, μέσα από τις οποίες θα προκύπτουν και επενδυτικές προοπτικές.    
Για την αποτροπή και την πρόληψη το κλειδί είναι ο έλεγχος της συμμόρφωσης. Και προς τούτο δεν αρκεί το θεσμικό πλαίσιο (που υπάρχει), αλλά απαιτείται συνεκτική πολιτική βούληση ενδυνάμωσης των ελεγκτικών μηχανισμών σε κάθε επίπεδο, κεντρικό και περιφερειακό.
Ο σκοπός της ελεγκτικής λειτουργίας, που πρέπει συμμόρφωση, θα πρέπει να υλοποιείται και στην πράξη.
Η επιβολή προστίμων δεν αρκεί και δεν συμφέρει κανέναν (κράτος, κοινωνία, περιβάλλον, επιχειρήσεις).
Όλα τα πρόστιμα θα πρέπει να αποτελούν μέρος μιας γενικότερης διαδικασίας συμμόρφωσης και συστηματικής παρακολούθησης αυτής και αυτό απαιτεί αρμοδιότητα στους επιθεωρητές ώστε να μπορούν να επιβάλουν οι ίδιοι τα μέτρα άρσης των παρανομιών, αυθαιρεσιών και εφόσον απαιτείται να μπορούν να τιμωρούν με παραδειγματικό τρόπο τους ρυπαντές (σφράγισμα επιχειρήσεων, δημοσιοποίηση των ρυπαντών, κλπ.).
Αυτό προϋποθέτει, εκτός από το θεσμικό μέρος, εξειδικευμένο προσωπικό, κίνητρα, πόρους, εργαστήρια, κλπ.
Και να μην ξεχνάμε ότι σύμφωνα με την απολύτως ρεαλιστική αειφορική λογική, οι ανάγκες της ανάπτυξης, οι οποίες καθορίζουν εν πολλοίς και τη ζήτηση των φυσικών αγαθών, είναι αυτές που πρέπει να προσαρμόζονται στη φυσική προσφορά τους κι όχι το αντίστροφο, που είναι αυτό που συνέβαινε μέχρι σήμερα.
Μόνο έτσι η οικονομική ανάπτυξη θα είναι ηπιότερη, πλην όμως βιώσιμη και ρεαλιστική, οικολογικά εφικτή και κοινωνικά δίκαιη.
Εάν θέλουμε να κτίσουμε ένα μέλλον ευημερίας και προόδου, στη βάση μιας ανάπτυξης με κοινωνική συνοχή και οικολογική νομιμοποίηση ...
Για έναν κόσμο με διάρκεια και προοπτική, που πράγματι θα ανήκει σε όλους και όχι μόνο στους οικονομικά ισχυρούς.